Τι είναι η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία;

Η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία ξεκινά από μια θεμελιώδη παραδοχή: ότι ένα σημαντικό μέρος της ψυχικής μας ζωής είναι ασυνείδητο. Δεν γνωρίζουμε πλήρως γιατί επιλέγουμε ορισμένους ανθρώπους, γιατί επαναλαμβάνουμε σχέσεις που μας πληγώνουν, γιατί αντιδρούμε με δυσανάλογη ένταση σε ορισμένες καταστάσεις ή γιατί, ενώ καταλαβαίνουμε λογικά ένα πρόβλημα, εξακολουθούμε να μην μπορούμε να το αλλάξουμε. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που γνωρίζουμε για τον εαυτό μας και σε αυτό που εξακολουθούμε να επαναλαμβάνουμε αποτελεί ένα από τα βασικά πεδία της ψυχαναλυτικής εργασίας.

Σήμερα η ψυχολογική πληροφορία είναι περισσότερο διαθέσιμη από ποτέ. Στο διαδίκτυο μπορεί κανείς να διαβάσει για το τραύμα, την προσκόλληση, τον ναρκισσισμό, τα όρια, την αυτοεκτίμηση, τις «τοξικές σχέσεις» και δεκάδες άλλες έννοιες. Πολλές από αυτές τις πληροφορίες μπορεί να είναι χρήσιμες και ορισμένες επιστημονικά αξιόπιστες. Ωστόσο, η ενημέρωση για την ψυχική λειτουργία δεν είναι ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία. Το να γνωρίζει κάποιος τι σημαίνει φόβος εγκατάλειψης δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζει πώς ο δικός του φόβος εγκατάλειψης οργανώνει τις σχέσεις του. Το να γνωρίζει τι είναι η άμυνα δεν σημαίνει ότι μπορεί να αντιληφθεί την άμυνά του ακριβώς τη στιγμή που τη χρησιμοποιεί.

Αυτή η διάκριση είναι σημαντική, επειδή η γνώση μπορεί μερικές φορές να δημιουργήσει ακόμη και την ψευδαίσθηση της αυτογνωσίας. Ένας άνθρωπος μπορεί να διαθέτει ένα εξαιρετικά πλούσιο ψυχολογικό λεξιλόγιο και ταυτόχρονα να παραμένει ουσιαστικά απομακρυσμένος από τα δικά του συναισθήματα. Μπορεί να εξηγεί με μεγάλη ακρίβεια γιατί συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται και, παρ' όλα αυτά, να συνεχίζει να κάνει ακριβώς το ίδιο. Η διανοητική κατανόηση είναι σημαντική, αλλά η ψυχαναλυτική θεραπεία ενδιαφέρεται για κάτι περισσότερο: για την εμπειρική αναγνώριση των ασυνείδητων τρόπων με τους οποίους ο άνθρωπος οργανώνει τον εσωτερικό του κόσμο και τις σχέσεις του.

Για τον λόγο αυτό, η ψυχαναλυτική θεραπεία δεν οργανώνεται ως μια σειρά συμβουλών για το πώς πρέπει να ζήσει κάποιος. Ο θεραπευόμενος καλείται να μιλήσει όσο γίνεται ελεύθερα, χωρίς να προσπαθεί συνεχώς να οργανώνει την αφήγησή του έτσι ώστε να είναι λογική, ενδιαφέρουσα ή απολύτως συνεπής. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία αποκτούν σημασία όχι μόνο όσα επιλέγει συνειδητά να πει, αλλά και όσα εμφανίζονται απροσδόκητα: μια ανάμνηση που έρχεται χωρίς προφανή λόγο, ένα όνειρο, μια παραδρομή, μια επαναλαμβανόμενη σιωπή, μια αλλαγή θέματος, κάτι που ξεχνιέται συστηματικά ή μια σκέψη που απορρίπτεται αμέσως ως ασήμαντη.

Τα όνειρα έχουν ιστορικά ιδιαίτερη θέση στην ψυχανάλυση, όχι επειδή αποτελούν κάποιο μυστικιστικό μήνυμα που ο αναλυτής αποκωδικοποιεί με ένα έτοιμο λεξικό συμβόλων, αλλά επειδή μπορούν να αποτελέσουν έναν δρόμο προς επιθυμίες, φόβους, συγκρούσεις και φαντασιώσεις που δεν είναι εξίσου προσιτές στη συνειδητή σκέψη. Αντίστοιχα, μια παραδρομή ή ένα ξέχασμα δεν αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως αποκάλυψη κάποιας κρυμμένης αλήθειας. Μπορεί όμως να γίνει αντικείμενο διερεύνησης. Το ερώτημα της ψυχαναλυτικής εργασίας δεν είναι «τι σημαίνει γενικά αυτό;», αλλά «τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον συγκεκριμένο άνθρωπο, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, μέσα στο σύνολο της ψυχικής του ζωής;».

Η βαθύτερη δυσκολία αρχίζει όταν η θεραπεία πλησιάζει περιοχές τις οποίες ο άνθρωπος έχει λόγους να μην πλησιάζει. Η ψυχανάλυση ονόμασε αυτή τη διαδικασία αντίσταση. Η αντίσταση δεν είναι απλώς άρνηση συνεργασίας με τον θεραπευτή. Είναι ένας πολύ ευρύτερος τρόπος προστασίας απέναντι σε σκέψεις, συναισθήματα και συγκρούσεις που προκαλούν άγχος ή ψυχικό πόνο. Κάποιος μπορεί να μιλά ασταμάτητα και παρ' όλα αυτά να αποφεύγει συστηματικά οτιδήποτε τον αγγίζει πραγματικά. Μπορεί να μετατρέπει κάθε συναίσθημα σε θεωρητική συζήτηση, να ζητά συνεχώς πρακτικές λύσεις, να αλλάζει θέμα όταν πλησιάζει κάτι δύσκολο ή να προσπαθεί να τελειώσει γρήγορα με ένα σύμπτωμα χωρίς να αναρωτηθεί ποια θέση έχει αυτό μέσα στην ψυχική του ζωή.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και μία από τις παγίδες της σύγχρονης ψυχολογικής κουλτούρας του διαδικτύου. Η συνεχής αναζήτηση νέων εξηγήσεων, νέων όρων και νέων τεχνικών μπορεί να είναι χρήσιμη, αλλά μπορεί επίσης να μετατραπεί σε έναν εξαιρετικά εκλεπτυσμένο τρόπο αποφυγής της πραγματικής ψυχικής εργασίας. Είναι πολύ ευκολότερο να διαβάσει κανείς ακόμη ένα κείμενο για τις σχέσεις από το να εξετάσει γιατί επαναλαμβάνει ο ίδιος μια συγκεκριμένη σχέση. Είναι ευκολότερο να χαρακτηρίσει τον άλλον «ναρκισσιστή» από το να αναρωτηθεί τι τον κρατά συνδεδεμένο μαζί του. Και είναι συχνά ευκολότερο να μάθει ακόμη έναν ψυχολογικό όρο από το να παραμείνει για λίγο απέναντι σε ένα συναίσθημα που δεν μπορεί ακόμη να εξηγήσει.

Το πιο ιδιαίτερο ίσως στοιχείο της ψυχαναλυτικής θεραπείας εμφανίζεται όταν όσα συμβαίνουν στις άλλες σχέσεις του ανθρώπου αρχίζουν να εμφανίζονται και μέσα στη σχέση με τον θεραπευτή. Αυτή είναι η περιοχή της μεταβίβασης. Ένας άνθρωπος που περιμένει ότι τελικά θα απορριφθεί μπορεί κάποια στιγμή να αρχίσει να περιμένει την απόρριψη και από τον θεραπευτή του. Κάποιος που έχει μάθει ότι πρέπει να ικανοποιεί τους άλλους μπορεί να προσπαθήσει να γίνει ο ιδανικός θεραπευόμενος. Κάποιος που δυσκολεύεται να εξαρτηθεί συναισθηματικά μπορεί να αρχίσει να υποτιμά τη θεραπεία ακριβώς όταν αισθανθεί ότι αυτή αποκτά σημασία. Ένας άλλος μπορεί να βιώσει μια ουδέτερη παρέμβαση ως κριτική, αδιαφορία ή εγκατάλειψη.

Η σημασία της μεταβίβασης βρίσκεται στο γεγονός ότι το πρόβλημα δεν συζητείται πλέον μόνο ως κάτι που συνέβη αλλού ή κάποτε στο παρελθόν. Ένα μέρος του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος οργανώνει τις σχέσεις του εμφανίζεται ζωντανά μέσα στη θεραπευτική σχέση. Αυτό επιτρέπει στον θεραπευτή και στον θεραπευόμενο να το παρατηρήσουν καθώς συμβαίνει, να εξετάσουν τα συναισθήματα και τις φαντασιώσεις που το συνοδεύουν και σταδιακά να κατανοήσουν κάτι που προηγουμένως μπορούσε απλώς να επαναλαμβάνεται. Η ψυχαναλυτική θεραπεία, επομένως, δεν είναι μόνο μια συζήτηση για τη ζωή. Η ίδια η θεραπευτική σχέση γίνεται μέρος του υλικού της θεραπείας.

Αυτός είναι επίσης ένας λόγος για τον οποίο η ψυχαναλυτική εργασία χρειάζεται χρόνο και σταθερότητα. Ψυχικά πρότυπα που έχουν διαμορφωθεί επί χρόνια δεν μεταβάλλονται επειδή κάποιος τα αναγνώρισε διανοητικά ή επειδή άκουσε μία εύστοχη ερμηνεία. Χρειάζεται να εμφανιστούν επανειλημμένα, σε διαφορετικές συνθήκες και με διαφορετικές μορφές, ώστε να μπορούν να γίνουν σταδιακά περισσότερο αναγνωρίσιμα. Η επανάληψη που προηγουμένως βιωνόταν σαν μοίρα μπορεί τότε να αρχίσει να γίνεται κάτι που μπορεί να παρατηρηθεί, να γινει αντικείμενο σκέψης και ενδεχομένως να αλλάξει.

Η διαδικασία αυτή δεν είναι πάντοτε ευχάριστη. Η πραγματική αυτογνωσία μπορεί να διαταράξει την εικόνα που έχουμε κατασκευάσει για τον εαυτό μας. Μπορεί να χρειαστεί να αναγνωρίσουμε θυμό εκεί όπου πιστεύαμε ότι υπήρχε μόνο αγάπη, εξάρτηση εκεί όπου υπερασπιζόμασταν την ανεξαρτησία μας, φόβο πίσω από μια στάση αδιαφορίας ή συμμετοχή σε μια επαναλαμβανόμενη σχέση στην οποία μέχρι τότε βλέπαμε αποκλειστικά όσα μας έκανε ο άλλος. Η ψυχαναλυτική θεραπεία δεν αποσκοπεί στην ενοχοποίηση του ανθρώπου γι' αυτά, αλλά στη διεύρυνση της δυνατότητάς του να τα γνωρίζει και να τα σκέφτεται.

Ο στόχος της, επομένως, δεν είναι να δημιουργήσει έναν άνθρωπο που δεν θα φοβάται, δεν θα θυμώνει, δεν θα εξαρτάται και δεν θα πονά. Ούτε έναν άνθρωπο που θα μπορεί να εξηγεί κάθε συναίσθημά του με ψυχολογικούς όρους. Είναι να αυξηθεί η δυνατότητα να αντέχει την ψυχική του πραγματικότητα, να αναγνωρίζει περισσότερο τις επιθυμίες και τις συγκρούσεις του, να καταλαβαίνει πότε το παρελθόν εισβάλλει στις σημερινές του σχέσεις και να αποκτήσει μεγαλύτερο περιθώριο επιλογής εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε κυρίως ασυνείδητη επανάληψη.